Skip to content
Back to book

Η Άλωση της Πόλης

Transcript

Είναι βράδυ. Η νύχτα της εικοστής ογδόης προς εικοστή ένατη Μαΐου, χίλια τετρακόσια πενήντα τρία.

Μέσα στην Αγία Σοφία, χιλιάδες άνθρωποι στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλον — άντρες, γυναίκες, παιδιά. Δεν ξέρουν αν αυτή θα είναι η τελευταία νύχτα της πόλης τους… αλλά το φοβούνται. Ψέλνουν μαζί, για τελευταία φορά κάτω από εκείνον τον τεράστιο θόλο που στέκεται εκεί εννιακόσια χρόνια.

Έξω, στα τείχη, ένας άντρας βγάζει την πορφύρα του. Δεν θέλει να πεθάνει σαν αυτοκράτορας — θέλει να πολεμήσει σαν στρατιώτης. Τον λένε Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και είναι ο τελευταίος αυτοκράτορας μιας αυτοκρατορίας που κράτησε πάνω από χίλια χρόνια.

Απέναντί του — μια στρατιά είκοσι φορές μεγαλύτερη. Και κάτι που η Κωνσταντινούπολη δεν έχει ξαναδεί ποτέ: κανόνια τόσο τεράστια, που μπορούν να γκρεμίσουν τείχη χτισμένα για να αντέξουν αιώνες.

Σε λίγες ώρες, όλα θα έχουν αλλάξει για πάντα.

Για να καταλάβεις τι πρόκειται να χαθεί, πρέπει πρώτα να καταλάβεις τι ήταν αυτή η πόλη. Εννιακόσια χρόνια πριν, όταν χτίστηκαν αυτά τα τείχη, δεν υπήρχε στρατός στον κόσμο που να μπορεί να τα διαπεράσει. Δεν ήταν απλώς ένα τείχος — ήταν τρία, το ένα πίσω από το άλλο: πρώτα μια βαθιά τάφρος με νερό, μετά ένα χαμηλότερο τείχος, και πίσω του ένα δεύτερο, πολύ πιο ψηλό, με πύργους κάθε λίγα μέτρα. Όποιος κατάφερνε να περάσει το πρώτο, έβρισκε το δεύτερο μπροστά του. Κι όποιος περνούσε κι αυτό, έβρισκε υπερασπιστές να τον περιμένουν από ψηλά. Άβαροι, Άραβες — δύο φορές — Βούλγαροι, Ρως: όλοι το δοκίμασαν, στο πέρασμα των αιώνων. Όλοι απέτυχαν.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που κρατούσε ακόμα το όνομα «Ρωμαϊκή» — γιατί ήταν, στην πραγματικότητα, η συνέχεια της Ρώμης. Ενώ η Δύση είχε καταρρεύσει εδώ και αιώνες, εδώ, στην Κωνσταντινούπολη, η Ρώμη ζούσε ακόμα. Ναοί, βιβλιοθήκες, το μεγαλύτερο παλάτι της εποχής, κι από πάνω απ' όλα — η Αγία Σοφία, ο μεγαλύτερος ναός του χριστιανικού κόσμου.

Αλλά μέχρι το χίλια τετρακόσια πενήντα τρία, αυτή η αυτοκρατορία ήταν μόνο μια σκιά του εαυτού της. Δεν ήταν πια μια απέραντη αυτοκρατορία — ήταν μια πόλη, μόνη της, περικυκλωμένη από όλες τις πλευρές.

Και δεν ήταν μόνη μόνο γεωγραφικά. Η υπόλοιπη Ευρώπη είχε τα δικά της προβλήματα εκείνη τη χρονιά — η Αγγλία και η Γαλλία τελείωναν τότε έναν δικό τους πόλεμο εκατό χρόνων. Ο Πάπας είχε ζητήσει βοήθεια για την Κωνσταντινούπολη, αλλά ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν πραγματικά. Ήρθαν μόνο λίγες εκατοντάδες άντρες, σαν τον Τζουστινιάνι που θα γνωρίσουμε σε λίγο — όχι στρατοί, όχι στόλοι. Η Δύση παρακολουθούσε από μακριά.

Και δεν ήταν μόνο θέμα δόξας. Όποιος ήλεγχε αυτή την πόλη, ήλεγχε το στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο ηπείρους — την Ευρώπη και την Ασία — και τον δρόμο ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Κάθε καράβι, κάθε εμπόρευμα, κάθε πλούτος που κινούνταν ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, περνούσε από εδώ. Η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν η πύλη ανάμεσα σε δύο κόσμους.

Στον θρόνο των Οθωμανών καθόταν ένας νεαρός σουλτάνος, μόλις είκοσι ενός ετών. Τον έλεγαν Μωάμεθ. Και είχε μία εμμονή: να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Οι πρόγονοί του το είχαν προσπαθήσει, και είχαν αποτύχει — τα τείχη ήταν πάντα πιο δυνατά από οποιονδήποτε στρατό. Αλλά ο Μωάμεθ είχε κάτι που κανείς πριν από αυτόν δεν είχε: έναν Ούγγρο μηχανικό, που λεγόταν Ουρβανός.

Ο Ουρβανός πήγε πρώτα στον Κωνσταντίνο, προσφέροντάς του τις υπηρεσίες του. Αλλά ο αυτοκράτορας δεν είχε τα χρήματα να τον πληρώσει. Έτσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ. Και ο Μωάμεθ πλήρωσε. Το αποτέλεσμα ήταν κανόνια σαν κανένα άλλο που είχε δει ποτέ ο κόσμος — μερικά χρειάζονταν εξήντα βόδια και εκατοντάδες άντρες μόνο για να μετακινηθούν. Πέτρινες μπάλες βάρους πάνω από πεντακόσια κιλά, που μπορούσαν να γκρεμίσουν σε λίγες ώρες ό,τι τα τείχη είχαν κρατήσει όρθιο για αιώνες.

Την έκτη Απριλίου, η πολιορκία ξεκίνησε. Δεκάδες χιλιάδες άντρες, απέναντι σε λιγότερους από οκτώ χιλιάδες υπερασπιστές. Για πενήντα τρεις ολόκληρες μέρες, ο κόσμος μέσα στα τείχη δεν κοιμήθηκε πραγματικά. Τα κανόνια βροντούσαν από το πρωί ως το βράδυ, και μερικές φορές και μέσα στη νύχτα — ένας ήχος που δεν σταματούσε ποτέ αρκετά ώστε να τον ξεχάσεις. Κάθε πρωί, οι κάτοικοι έβλεπαν νέα ρήγματα στα τείχη. Και κάθε βράδυ, με δάδες και φανάρια, άντρες και γυναίκες μαζί έσερναν ξύλα, πέτρες, ακόμα και έπιπλα από τα ίδια τους τα σπίτια, για να κλείσουν ό,τι είχε ανοίξει η μέρα. Δεν ήταν μόνο Έλληνες.

Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας άντρας: ο Τζοβάνι Τζουστινιάνι, ένας έμπειρος πολέμαρχος από τη Γένοβα. Δεν είχε καμία υποχρέωση να είναι εκεί — η πατρίδα του δεν πολεμούσε αυτόν τον πόλεμο. Κι όμως, ήρθε με δικά του πλοία και εφτακόσιους δικούς του άντρες, πληρωμένους από την τσέπη του. Γιατί; Ίσως για τιμή. Ίσως επειδή πίστευε πραγματικά πως έπρεπε να βοηθήσει. Ο Κωνσταντίνος τον έκανε αμέσως αρχηγό όλης της χερσαίας άμυνας — μια απόφαση εμπιστοσύνης που, για μεγάλο μέρος της πολιορκίας, αποδείχτηκε σωτήρια.

Ο Μωάμεθ δοκίμασε τα πάντα. Δοκίμασε να στείλει τον στόλο του μέσα στον Κεράτιο κόλπο — αλλά οι υπερασπιστές είχαν απλώσει μια τεράστια αλυσίδα στο στόμιο του κόλπου, εμποδίζοντας κάθε πλοίο να μπει. Τότε έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε: διέταξε τα πλοία του να σέρνονται πάνω από στεριά, πάνω σε λαδωμένους ξύλινους κυλίνδρους, γύρω από την αλυσίδα, και να ξαναμπούν στο νερό από την άλλη πλευρά. Σε μία νύχτα, δεκάδες πλοία εμφανίστηκαν μέσα στον κόλπο, εκεί που κανείς δεν τα περίμενε.

Υπήρχε κι ένας άλλος πόλεμος, μέσα στην ίδια την πόλη. Χρόνια πριν, ο αυτοκράτορας είχε συμφωνήσει να ενώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία με την Καθολική, ελπίζοντας πως αυτό θα έφερνε δυτική βοήθεια. Πολλοί Κωνσταντινουπολίτες το μισούσαν αυτό. Κάποιοι έλεγαν ανοιχτά πως προτιμούσαν το τουρμπάνι του Σουλτάνου από το καπέλο του Καρδινάλιου. Γι' αυτό, όταν εκείνη την τελευταία νύχτα, ορθόδοξοι και καθολικοί προσευχήθηκαν επιτέλους μαζί, δεν ήταν απλώς μια τελετή. Ήταν κάτι που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, φαινόταν αδύνατο.

Και έτσι φτάνουμε πάλι σε εκείνη τη νύχτα. Την εικοστή όγδοη προς εικοστή ένατη Μαΐου. Ο Κωνσταντίνος ήξερε ότι η μεγάλη επίθεση ερχόταν. Το ήξεραν όλοι. Για μία νύχτα, δεν υπήρχαν διαφορές. Υπήρχε μόνο μια πόλη, κι ένας φόβος που τους ένωνε όλους.

Λίγο πριν την αυγή, η επίθεση ξεκίνησε. Κύμα μετά από κύμα Οθωμανών στρατιωτών χτυπούσαν τα τείχη. Οι υπερασπιστές αντιστάθηκαν, ξανά και ξανά. Αλλά τότε συνέβησαν δύο πράγματα, το ένα μετά το άλλο, που άλλαξαν τα πάντα.

Πρώτα, ο Τζουστινιάνι τραυματίστηκε βαριά. Τον μετέφεραν μακριά από τη μάχη για να τον σώσουν — αλλά όταν οι άντρες του τον είδαν να φεύγει, νόμισαν πως η μάχη είχε χαθεί. Πανικοβλήθηκαν. Άρχισαν να υποχωρούν.

Και δεύτερον — η παράδοση λέει πως κάπου, σε ένα μικρό πλαϊνό πορτάκι στα τείχη που λεγόταν Κερκόπορτα, κάποιος είχε ξεχάσει να κλειδώσει. Οι Οθωμανοί το βρήκαν. Και μπήκαν.

Ο Κωνσταντίνος το κατάλαβε αμέσως: η πόλη είχε πέσει. Θα μπορούσε να φύγει. Θα μπορούσε να σωθεί. Κανείς δεν θα τον κατηγορούσε — ήταν αυτοκράτορας, όχι απλός στρατιώτης.

Δεν έφυγε.

Έβγαλε την πορφύρα του — τα αυτοκρατορικά του ενδύματα, γιατί δεν ήθελε να αναγνωριστεί κι έτσι να πιαστεί ζωντανός για εξευτελισμό — και χύθηκε μέσα στη μάχη, σαν ένας ακόμα στρατιώτης ανάμεσα σε χιλιάδες. Κανείς δεν βρήκε ποτέ το σώμα του με βεβαιότητα. Ο τελευταίος αυτοκράτορας μιας αυτοκρατορίας χιλίων ετών εξαφανίστηκε, εκείνο το πρωινό, μέσα στους δρόμους της πόλης του.

Μέχρι το μεσημέρι, όλα είχαν τελειώσει. Ο Μωάμεθ μπήκε στην πόλη έφιππος, και προχώρησε κατευθείαν στην Αγία Σοφία. Κατέβηκε από το άλογό του, έσκυψε, και πήρε λίγο χώμα, χύνοντάς το πάνω στο κεφάλι του — μια χειρονομία ταπεινότητας, μπροστά σε αυτό που μόλις είχε κατακτήσει. Λίγες μέρες μετά, η Αγία Σοφία, ο μεγαλύτερος ναός του χριστιανικού κόσμου για εννιακόσια χρόνια, έγινε τζαμί.

Η αυτοκρατορία που είχε κρατήσει τη Ρώμη ζωντανή για χίλια χρόνια μετά την πτώση της Δύσης, έπαψε πια να υπάρχει. Ο Μωάμεθ, από τότε και μετά, θα λεγόταν «Φατίχ» — ο Κατακτητής.

Κάτι καλό βγήκε όμως κι από αυτή την καταστροφή. Λόγιοι και βιβλιοθηκάριοι, φεύγοντας από την πόλη πριν και μετά την πτώση, πήραν μαζί τους χειρόγραφα αρχαίων ελληνικών κειμένων — έργα που η Δύση είχε σχεδόν ξεχάσει. Πήγαν στη Βενετία, στη Φλωρεντία, σε πανεπιστήμια σε όλη την Ιταλία. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν πως αυτό το ρεύμα γνώσης βοήθησε να ανάψει η Αναγέννηση. Από τη στάχτη μιας αυτοκρατορίας, γεννήθηκε κάτι που άλλαξε την Ευρώπη με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Σκέψου το λίγο: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ξεκινήσει σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια πριν, με τον Αύγουστο. Εδώ, εκείνο το πρωινό, τελείωσε οριστικά — όχι στη Ρώμη, αλλά στην Κωνσταντινούπολη, χίλια τετρακόσια πενήντα τρία χρόνια αργότερα. Και ξεκίνησε κάτι άλλο: αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας πάνω σε ελληνικά εδάφη, που δεν θα τελείωναν παρά μόνο το χίλια οκτακόσια είκοσι ένα.

Υπάρχει κι ένα ίχνος εκείνης της μέρας που κουβαλάμε ακόμα, χωρίς πολλοί να ξέρουν γιατί: η πόλη έπεσε μια Τρίτη. Και από τότε, στην Ελλάδα, η Τρίτη θεωρείται γρουσούζικη μέρα — ειδικά όταν πέφτει και δεκατρείς. Δεν είναι τυχαίο. Είναι απόηχος εκείνου του πρωινού, πάνω από πεντακόσια χρόνια πριν.

Αλλά η ιστορία δεν σταματάει εκεί. Γιατί υπάρχει ένας θρύλος, που ζει ακόμα σήμερα, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Λένε πως, τη στιγμή που η πόλη έπεφτε, ένας άγγελος βρήκε τον Κωνσταντίνο, εκεί στη μέση της μάχης. Και αντί να τον αφήσει να πεθάνει, τον μεταμόρφωσε σε μάρμαρο, και τον έκρυψε κάτω από τη γη, κοντά σε μια πύλη των τειχών. Εκεί περιμένει ακόμα. Και μια μέρα, λέει ο θρύλος, ο άγγελος θα τον ξυπνήσει, θα του δώσει πίσω το σπαθί του, και ο μαρμαρωμένος βασιλιάς θα σηκωθεί για να πάρει πίσω την πόλη του.

Είναι μόνο θρύλος, φυσικά. Αλλά ίσως δείχνει κάτι αληθινό: πως κάποιες πόλεις, κάποιες ιστορίες, δεν πεθαίνουν ποτέ πραγματικά.

Απλά περιμένουν.