ΕΑΜ-ΕΛΑΣ: Από το Έπος της Αντίστασης στη Σκιά του Διχασμού
Transcript
Μάιος του χίλια εννιακόσια σαράντα δύο. Νύχτα στη Δομνίστα Ευρυτανίας. Ο αέρας μυρίζει έλατο, υγρασία και καπνό από φτηνό τσιγάρο. Στην πλατεία του χωριού, κάτω από τον πλάτανο, εμφανίζεται μια ομάδα έντεκα ένοπλων ανδρών. Στην κεφαλή τους ένας άντρας με πυκνή, μαύρη γενειάδα, στρατιωτικό δίκοπο, φυσίγγια χιαστί στο στήθος και βλέμμα που κόβει σαν ξυράφι. Θανάσης Κλάρας. Πρώην γεωπόνος, παλιός κομμουνιστής, δραπέτης των φυλακών της Ακροναυπλίας. Εκείνη τη νύχτα, μπροστά στους έκπληκτους χωρικούς, συστήνεται με ένα νέο όνομα: Άρης Βελουχιώτης.
Δεν βγάζει λόγο για θεωρίες ή για την παγκόσμια επανάσταση. Κοιτάζει τους χωρικούς στα μάτια και τους λέει μια απλή, σκληρή αλήθεια. Ο τόπος είναι κατεχόμενος, ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα, κι αν δεν σηκώσουμε κεφάλι με το όπλο στο χέρι, θα μας αφανίσουν. Εκείνη τη νύχτα, στην Ευρυτανία, γεννιέται ο πρώτος ένοπλος πυρήνας του ΕΛΑΣ.
Φαντάσου το σκηνικό. Ένας καταδιωκόμενος κομμουνιστής, απομονωμένος από την ηγεσία του ίδιου του κόμματός του, αποφασίζει με μια χούφτα ανθρώπους να κηρύξει τον πόλεμο στην πιο αδίστακτη πολεμική μηχανή του κόσμου. Πώς φτάνεις από αυτή την απομονωμένη πλατεία στο να διοικείς έναν στρατό δεκάδων χιλιάδων ανδρών; Και πώς αυτό το κίνημα ελευθερίας μετατρέπεται, λίγα χρόνια μετά, σε έναν μηχανισμό που καταβροχθίζει τους ίδιους τους ανθρώπους του;
Για να το καταλάβεις, πρέπει να γυρίσεις στον τρομερό χειμώνα του χίλια εννιακόσια σαράντα ένα προς σαράντα δύο. Η Αθήνα αργοπεθαίνει. Στους δρόμους της Κυψέλης, του Μεταξουργείου και της Ομόνοιας, τα κάρα της δημαρχίας μαζεύουν κάθε πρωί παγωμένα πτώματα. Περισσότεροι από τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από την ασιτία. Οι γερμανικές μπότες αντηχούν στην Πανεπιστημίου, και η απόγνωση παραλύει τα πάντα.
Μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι, τον Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια σαράντα ένα, τέσσερις άνθρωποι συναντιούνται μυστικά σε ένα ταπεινό σπίτι στην Καλλιθέα. Εκπρόσωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας και τριών μικρών αριστερών σχηματισμών. Δεν έχουν όπλα. Δεν έχουν χρυσό. Έχουν μόνο έναν πολυγράφο, λίγο μελάνι και μια ιδέα. Την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Του ΕΑΜ.
Το ΕΑΜ δεν ξεκινά ως αντάρτικο. Ξεκινά ως δίκτυο επιβίωσης. Η Εθνική Αλληλεγγύη στήνει συσσίτια, μοιράζει λίγο πλιγούρι, οργανώνει απεργίες για το ψωμί, σώζει χιλιάδες παιδιά από τον θάνατο. Και κερδίζει την τυφλή εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Στα υπόγεια των αθηναϊκών σπιτιών, τα νέα παιδιά της ΕΠΟΝ δουλεύουν νύχτα-μέρα. Τυπώνουν προκηρύξεις σε χειροκίνητους πολυγράφους. Μεταφέρουν παράνομο τύπο ραμμένο στις φόδρες των σακακιών τους. Αν σε πιάσουν, η ποινή είναι μία: εκτέλεση στον τοίχο ή βασανιστήρια στη Σταδίου.
Παράλληλα, στήνεται ένα από τα πιο εντυπωσιακά δίκτυα πλαστογραφίας στην κατεχόμενη Ευρώπη. Σφραγίδες της Γκεστάπο, υπογραφές Γερμανών διοικητών, πλαστά πιστοποιητικά. Χιλιάδες Εβραίοι, καταζητούμενοι αγωνιστές και Βρετανοί κομάντος σώζονται επειδή ανώνυμοι τυπογράφοι στην Κυψέλη και στο Παγκράτι φτιάχνουν πλαστές ταυτότητες.
Την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τρία, ο ΕΛΑΣ ελέγχει πλέον τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου, τη Θεσσαλία, την Ευρυτανία. Δημιουργείται η Ελεύθερη Ελλάδα. Στα βουνά, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, η ΠΕΕΑ, στήνει μια παράλληλη κυβέρνηση. Λαϊκά δικαστήρια, λαϊκή αυτοδιοίκηση, σχολεία, θέατρα. Και για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία, στις εκλογές της ΠΕΕΑ, οι γυναίκες αποκτούν δικαίωμα ψήφου.
Νοέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα δύο. Η γέφυρα του Γοργοποτάμου ανατινάζεται. Ο Άρης Βελουχιώτης του ΕΛΑΣ και ο Ναπολέων Ζέρβας του δεξιού ΕΔΈΣ, δίπλα σε Βρετανούς κομάντος, πετυχαίνουν ένα τεράστιο πλήγμα στον εχθρό. Τα πυροτεχνήματα της ανατίναξης φωτίζουν τη νύχτα. Αλλά αυτή η εικόνα ενότητας είναι μια οπτική απάτη.
Διότι κάτω από το λαμπρό οικοδόμημα της εθνικής αντίστασης, χτίζεται ταυτόχρονα ένας αμείλικτος, μονοπωλιακός μηχανισμός εξουσίας. Η ηγεσία του ΚΚΕ βλέπει τον αγώνα όχι μόνο ως απελευθέρωση από τους Ναζί, αλλά ως τη μοναδική ευκαιρία για την πλήρη επικράτησή της. Και η γραμμή είναι αδιάλλακτη: Όποιος δεν υποτάσσεται στο ΕΑΜ, θεωρείται εχθρός.
Η βία ξεσπά πρώτα στα βουνά, ανάμεσα στους ίδιους τους Έλληνες. Απρίλιος του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα. Στο Κλήμα Φωκίδας, ισχυρές δυνάμεις του ΕΛΑΣ κυκλώνουν και διαλύουν την αντιστασιακή οργάνωση ΕΚΚΑ. Ο ηγέτης της, ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός, ένας δημοκρατικός, βενιζελικός αξιωματικός που αρνήθηκε να ενταχθεί στο ΕΑΜ, συλλαμβάνεται και δολοφονείται εν ψυχρώ. Ο ΕΛΑΣ ξεκαθαρίζει ότι δεν θα ανεχτεί κανέναν άλλον ένοπλο στα βουνά.
Στις γειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ο τρόμος παίρνει άλλο πρόσωπο. Δημιουργείται η ΟΠΛΑ. Η Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα. Μια μυστική αστυνομία που λειτουργεί ως δικαστής και εκτελεστής. Η ΟΠΛΑ δεν εξοντώνει μόνο τους πραγματικούς δοσίλογους, τους χαφιέδες των Γερμανών και τα Τάγματα Ασφαλείας.
Στο στόχαστρο μπαίνουν πολιτικοί αντίπαλοι. Σοσιαλιστές, τροτσκιστές, αριστεροί που αμφισβητούν την κομματική γραμμή, αλλά και απλοί πολίτες που αρνούνται να πληρώσουν τις αναγκαστικές εισφορές στο μέτωπο. Νυχτερινά χτυπήματα στις πόρτες, απαγωγές, εκτελέσεις σε σκοτεινά σοκάκια της Καισαριανής και του Περιστερίου, πτώματα παρατημένα στα πεζοδρόμια με ένα σημείωμα στο στήθος. Η καχυποψία δηλητηριάζει τις γειτονιές. Ο γείτονας φοβάται τον γείτονα.
Όσο η αποχώρηση των Γερμανών ζυγώνει, η βία αποχαλινώνεται. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου στον Φενεό Κορινθίας, στήνεται ένα από τα πιο σκοτεινά σφαγεία του ΕΛΑΣ. Εκατοντάδες άνθρωποι —χωρικοί, τοπικοί παράγοντες, όλοι όσοι θεωρούνται επικίνδυνοι για το μετά— ανακρίνονται, βασανίζονται και εκτελούνται. Τα πτώματά τους πετιούνται στον βυθό της χαράδρας της Τρύπας.
Όταν οι Ναζί φεύγουν τον Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, η εκδίκηση ξεσπά τυφλή. Στον Μελιγαλά και στο Κιλκίς, οι μάχες με τα Τάγματα Ασφαλείας μετατρέπονται σε μαζικές σφαγές. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους ταγματασφαλίτες, που είχαν διαπράξει φρικαλεότητες δίπλα στους Γερμανούς, στοιβάζονται στα πηγάδια και τα σώματα αμάχων.
Και μετά έρχονται τα Δεκεμβριανά. Τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, η Αθήνα καίγεται. Τριάντα τρεις μέρες αιματηρών μαχών ανάμεσα στο ΕΑΜ, τους Βρετανούς και τις κυβερνητικές δυνάμεις. Μέσα στον πανικό της υποχώρησης, ο ΕΛΑΣ διαπράττει ένα ασυγχώρητο σφάλμα: συλλαμβάνει χιλιάδες αμάχους ως ομήρους. Γυναίκες, γέροντες, πολιτικούς αντιπάλους. Τους υποχρεώνουν σε μια φρικτή πορεία μέσα στο χιόνι, προς τα βουνά της Στερεάς Ελλάδας. Χωρίς παπούτσια, χωρίς τροφή, κάτω από το μαστίγιο των φρουρών. Εκατοντάδες άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο και την εξάντληση στην άκρη του δρόμου.
Φεβρουάριος του χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε. Η Συμφωνία της Βάρκιζας. Η πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ παραδίδει τα όπλα, ελπίζοντας σε μια πολιτική λύση. Αλλά ο Άρης Βελουχιώτης διαφωνεί. Καταγγέλλει τη συμφωνία, αρνείται να καταθέσει τα όπλα και ξαναβγαίνει στο βουνό.
Όμως τώρα είναι εντελώς μόνος. Το ίδιο το ΚΚΕ, υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη, τον αποκηρύσσει δημόσια ως τυχοδιώκτη. Τον Ιούνιο του χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, κυκλωμένος στη Μεσούντα Άρτας, ο Άρης αυτοκτονεί. Το κομμένο κεφάλι του κρέμεται από έναν φανοστάτη στην κεντρική πλατεία των Τρικάλων.
Η παράδοση των όπλων δεν φέρνει την ειρήνη. Φέρνει τη Λευκή Τρομοκρατία από το δεξιό παρακράτος και, στη συνέχεια, τον ολοκληρωτικό Εμφύλιο Πόλεμο του χίλια εννιακόσια σαράντα έξι με σαράντα εννέα. Και σε αυτόν τον Εμφύλιο, ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας —η απευθείας μετεξέλιξη του ΕΛΑΣ— στρέφει πλέον τη βία απροκάλυπτα εναντίον της ίδιας της ελληνικής περιφέρειας.
Φαντάσου ένα ορεινό χωριό στη Θεσπρωτία. Τη Λιά. Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ. Εκεί ζει μια γυναίκα, η Ελένη Γκατζογιάννη. Ο αντάρτικος στρατός στα βουνά βρίσκεται σε απόγνωση. Χρειάζεται τροφή, χρειάζεται νεοσύλλεκτους, χρειάζεται παιδιά για το λεγόμενο «παιδομάζωμα» — τη μεταφορά των παιδιών στις ανατολικές χώρες.
Η Ελένη κάνει αυτό που θα έκανε κάθε μάνα. Οργανώνει κρυφά την απόδραση των παιδιών της προς τις περιοχές που ελέγχει ο εθνικός στρατός. Τα παιδιά καταφέρνουν να ξεφύγουν. Αλλά η Ελένη συλλαμβάνεται. Οδηγείται στο λαϊκό δικαστήριο των ανταρτών. Βασανίζεται άγρια σε ένα υπόγειο, καταδικάζεται ως προδότρια και εκτελείται με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Αυτή είναι η απόλυτη, τραγική ειρωνεία. Το κίνημα που ξεκίνησε στην Αθήνα και στην Ευρυτανία για να σώσει τα παιδιά από την πείνα και τους Ναζί, κατέληξε λίγα χρόνια μετά να εκτελεί τις μάνες στα χωριά επειδή έσωσαν τα παιδιά τους από τα χέρια των ανταρτών.
Τι απέμεινε από αυτή τη βαριά, αιματηρή ιστορία; Ένας τόπος διαιρεμένος μέχρι το κόκαλο. Για δεκαετίες, η λέξη «εαμοβούλγαρος» ακουγόταν σαν κατάρα, στέλνοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στις εξορίες της Μακρονήσου και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Αλλά την ίδια στιγμή, οι πληγές από τη χαράδρα του Φενεού, τον Μελιγαλά και τη Λιά έκαιγαν στις καρδιές της άλλης μισής Ελλάδας.
Σήμερα, αν σταθείς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή στη χαράδρα του Φενεού, ο αέρας κουβαλάει την ίδια βαριά σιωπή. Η ιστορία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν είναι παραμύθι με καλούς και κακούς. Ήταν το μεγαλύτερο, το πιο μαζικό κίνημα λαϊκής αντίστασης που γνώρισε ο τόπος — αλλά ταυτόχρονα κι ένας αμείλικτος μηχανισμός που, τυφλωμένος από την ιδεολογία και τη δίψα για την εξουσία, κατασπάραξε την ίδια του τη χώρα. Και αυτή η διπλή, ματωμένη αλήθεια είναι το σημάδι που κουβαλάμε ακόμα.